Ήταν ένα πρωινό του Σεπτεμβρίου όταν ξύπνησα νιώθωντας για πρώτη φορά κρύο. Πετάχτηκα μέσα από τους θάμνους και αναζήτησα τους λιγοστούς φίλους που είχαν απομείνει στην περιοχή. Δε βρήκα κανέναν. Έφυγαν και αυτοί για τις πιο ζεστές χώρες. Τελικά είναι αλήθεια. Οι εποχές αλλάζουν και το καλοκαίρι δεν είναι παντοτινό.
Δεν ήθελα να ακολουθήσω τους γονείς μου στο νότο. Προτίμησα να περάσω τις μέρες μου παίζοντας γύρω από τη λίμνη παρά να πετάξω για ώρες ατελείωτες. Οι πρώτες μέρες της μοναξιάς ήταν δύσκολες. Το φαγητό άρχισε να λιγοστεύει και το κρύο έκανε τη μέρα μου ανυπόφορη. Αποφάσισα να πλησιάσω τους ανθρώπους, όμως δε βρήκα παντού τις πόρτες τους ανοιχτές.
Αρχές Νοεμβρίου έφθασα σε μια μεγάλη πόλη. Πετώντας ψηλά, είδα ανάμεσα σε χιλιάδες πολυκατοικίες μια μεγάλη αυλή. Κατέβηκα και γνώρισα 23 νέους φίλους. Είναι οι μαθητές της Γ2 τάξης του 41ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης. Η καλή είδηση είναι είναι ότι θα ξεχειμωνιάσω στην τάξη τους και το πιο σπουδαίο νέο ότι θα με φιλοξενήσουν και στα σπίτια τους.


